Πέμπτο κεφάλαιο

Σαμίρα Ρ. Xαλίλ, 57 ετών, νοικοκυρά, μητέρα της Αθηνάς

ΜΗΝ ΤΗ ΛΕΤΕ ΑΘΗΝΑ, σας παρακαλώ. Το πραγματικό της όνομα είναι Σερίνε. Σερίνε Xαλίλ, κόρη πολυαγαπημένη, πολυπόθητη, που τόσο εγώ όσο κι ο άντρας μου θα θέλαμε να ήταν αίμα μας!

Όμως η ζωή είχε άλλα σχέδια – όσο γενναιόδωρη κι αν είναι η μοίρα, πάντα υπάρχει ένα πηγάδι μέσα στο οποίο μπορεί να γκρεμιστούν τα όνειρά μας.
Ζούσαμε στη Βηρυτό, την εποχή που όλοι τη θεωρούσαν την πιο όμορφη πόλη της Μέσης Ανατολής. Ο σύζυγός μου ήταν επιτυχημένος βιομήχανος· παντρευτήκαμε από έρωτα και κάθε χρόνο κάναμε ταξίδια στην Ευρώπη· είχαμε φίλους, μας καλούσαν σε όλες τις σημαντικές κοινωνικές εκδηλώσεις και μια φορά μάλιστα δέχτηκα στο σπίτι μου μέχρι και έναν πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών, να φανταστείτε! Ήταν τρεις αξέχαστες μέρες: τις δύο πρώτες άντρες των αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών χτένιζαν το σπίτι μας απ’ άκρη σ’ άκρη (βρίσκονταν ήδη στη γειτονιά μας ένα μήνα πριν και είχαν καταλάβει στρατηγικές θέσεις, είχαν νοικιάσει διαμερίσματα και είχαν μεταμφιεστεί σε ζητιάνους ή ερωτευμένα ζευγάρια). Και τη μία μέρα, ή μάλλον τις δύο ώρες, έγινε η γιορτή. Ποτέ δε θα ξεχάσω τη ζήλια στα μάτια των γειτόνων μας και τη χαρά τού να βγαίνω φωτογραφία με τον ισχυρότερο άνθρωπο του πλανήτη.
Τα είχαμε όλα, εκτός από αυτό που θέλαμε περισσότερο: ένα παιδί. Έτσι λοιπόν δεν είχαμε τίποτα.

Προσπαθήσαμε με κάθε τρόπο, κάναμε τάματα, πήγαμε σε μέρη όπου υπόσχονταν θαύματα, συμβουλευτήκαμε γιατρούς, κομπογιαννίτες, πήραμε φάρμακα και ήπιαμε ελιξίρια και μαγικά ποτά. Δύο φορές έκανα τεχνητή γονιμοποίηση και έχασα το παιδί. Τη δεύτερη έχασα και την αριστερή ωοθήκη μου, κι από τότε δεν κατάφερα να ξαναβρώ γιατρό πρόθυμο να διακινδυνεύσει άλλη μια τέτοια περιπέτεια.

Τότε ένας από τους πολλούς φίλους που γνώριζαν την κατάστασή μας πρότεινε τη μόνη λύση: την υιοθεσία. Είπε ότι είχε γνωστούς στη Ρουμανία και ότι η διαδικασία δε θα απαιτούσε πολύ χρόνο.

Ένα μήνα μετά πήραμε το αεροπλάνο. Ο φίλος μας είχε πάρε δώσε με το δικτάτορα που κυβερνούσε τότε τη χώρα και που δε θυμάμαι το όνομά του (Σ.Ï„.Σ.: Νικολάε Τσαουσέσκου)· έτσι, καταφέραμε να αποφύγουμε όλες τις γραφειοκρατικές διαδικασίες και πήγαμε σε ένα κέντρο υιοθεσίας στην πόλη Σιμπίου, στην Τρανσιλβανία. Εκεί μας περίμεναν ήδη με καφέ, τσιγάρα, μεταλλικό νερό και όλο το χαρτομάνι έτοιμο. Το μόνο που χρειαζόταν να κάνουμε ήταν να διαλέξουμε το παιδί.

Μας πήγαν στο τμήμα βρεφών. Έκανε πολύ κρύο, κι εγώ έμεινα να σκέφτομαι πώς άφηναν τα καημένα τα παιδάκια σε τέτοιες συνθήκες. Η πρώτη μου παρόρμηση ήταν να τα υιοθετήσω όλα, να τα πάω στη χώρα μας, όπου υπήρχε
ήλιος και ελευθερία, αλλά φυσικά αυτή η ιδέα ήταν τρελή.

Κάναμε μια βόλτα ανάμεσα στις κούνιες, ακούγοντας κλάματα, τρομοκρατημένοι από τη σημασία της απόφασης που έπρεπε να πάρουμε.

Για περισσότερο από μία ώρα εγώ κι ο σύζυγός μου δεν ανταλλάξαμε ούτε λέξη. Φύγαμε από εκεί, ήπιαμε καφέ, καπνίσαμε, γυρίσαμε πίσω – κι αυτό επαναλήφθηκε πολλές φορές. Πρόσεξα ότι η γυναίκα που είχε αναλάβει την υιοθεσία είχε αρχίσει να δείχνει σημάδια ανυπομονησίας, έπρεπε να αποφασίσουμε σύντομα λοιπόν. Τότε, υπακούοντας σε ένα ένστικτο που θα τολμούσα να αποκαλέσω μητρικό, σαν να είχα βρει το παιδί που έπρεπε να είναι δικό μου σε αυτή τη ζωή αλλά είχε έρθει στον κόσμο από άλλη κοιλιά, έδειξα ένα κοριτσάκι.

Η υπεύθυνη μας πρότεινε να το σκεφτούμε καλύτερα. Ποια; Aυτή, που φαινόταν τόσο ανυπόμονη που καθυστερούσαμε!

Εγώ όμως είχα ήδη πάρει την απόφασή μου.

Παρ’ όλα αυτά, με μεγάλη προσοχή, φροντίζοντας να μη με προσβάλει (πίστευε πως είχαμε γνωστούς στα ανώτατα κλιμάκια της ρουμανικής κυβέρνησης), μου ψιθύρισε για να μην την ακούσει ο σύζυγός μου:

«Î”ε θα έχετε καλά ξεμπερδέματα. Είναι παιδί Tσιγγάνας».

Απάντησα πως ο πολιτισμός δε μεταδίδεται μέσω των γονιδίων· το παιδί, που ήταν μόλις τριών μηνών, θα γινόταν κόρη δική μου και του συζύγου μου, θα την ανατρέφαμε σύμφωνα με τα δικά μας έθιμα. Θα γνώριζε την εκκλησία στην οποία πηγαίναμε, θα πήγαινε στις παραλίες στις οποίες κάναμε περιπάτους, θα διάβαζε τα βιβλία της στα γαλλικά, θα σπούδαζε στο Αμερικανικό Σχολείο της Βηρυτού. Εξάλλου, τότε, όπως και τώρα, δε γνώριζα τίποτα για τον πολιτισμό των Tσιγγάνων. Το μόνο που ξέρω είναι ότι ταξιδεύουν, ότι δεν κάνουν μπάνιο πολύ συχνά, ότι εξαπατούν τον κόσμο και ότι φοράνε σκουλαρίκι στο αφτί. Κυκλοφορεί η φήμη ότι απάγουν παιδιά για να τα πάρουν στα καραβάνια τους, αλλά στην προκειμένη περίπτωση συνέβαινε ακριβώς το αντίθετο: είχαν αφήσει ένα παιδί πίσω τους, για να το αναλάβω εγώ.

Η γυναίκα επιχείρησε ξανά να με αποθαρρύνει, εγώ όμως ήδη υπέγραφα τα χαρτιά και ζητούσα από το σύζυγό μου να κάνει το ίδιο. Στην επιστροφή για τη Βηρυτό, ο κόσμος έμοιαζε διαφορετικός: ο Θεός μού είχε δώσει λόγο για να ζήσω, να δουλέψω, να παλέψω σε αυτή την κοιλάδα του κλαυθμώνος*. Τώρα είχαμε ένα παιδί που έδινε νόημα σε όλους τους κόπους μας.

Η Σερίνε μεγάλωσε κι έγινε έξυπνη και όμορφη· νομίζω πως όλοι οι γονείς το ίδιο λένε, πιστεύω όμως ότι ήταν ένα παιδί πραγματικά χαρισματικό. Ένα απόγευμα, όταν ήταν πια πέντε χρονών, ο ένας μου αδερφός μου είπε ότι, αν η μικρή ήθελε ποτέ να δουλέψει στο εξωτερικό, το όνομά της θα μαρτυρούσε πάντα την καταγωγή της. Μας πρότεινε λοιπόν να της το αλλάξουμε σε κάτι που δε θα σήμαινε απολύτως τίποτα, όπως Αθηνά. Φυσικά, σήμερα ξέρω πως η Αθηνά είναι η θεά της σοφίας, της ευφυ˝ας και του πολέμου, που έχει δώσει και το όνομά της σε μια πόλη που έγινε πρωτεύουσα μιας χώρας.

Κατά πάσα πιθανότητα, ο αδερφός μου όχι μόνο το ήξερε αυτό, αλλά είχε και επίγνωση των προβλημάτων που θα μπορούσε να δημιουργήσει στο μέλλον ένα αραβικό όνομα· όπως όλοι στην οικογένειά μας, ήταν κι αυτός ανακατεμένος με την πολιτική και ήθελε να προστατεύσει την ανιψιά του από τα μαύρα σύννεφα που εκείνος, και μόνο εκείνος, διέκρινε στον ορίζοντα. Αυτό που προκαλεί ακόμα μεγαλύτερη έκπληξη είναι ότι η λέξη άρεσε πολύ στη Σερίνε. Μέσα σε ένα απόγευμα άρχισε να αυτοαποκαλείται Αθηνά και από τότε κανείς δεν κατάφερε να της βγάλει το όνομα από το κεφάλι. Για να την ευχαριστήσουμε, το υιοθετήσαμε κι εμείς, πιστεύοντας ότι θα της περνούσε γρήγορα.

Μπορεί άραγε ένα όνομα να επηρεάσει τη ζωή ενός ανθρώπου; Ο καιρός πέρασε, το όνομα παρέμεινε και τελικά το συνηθίσαμε. Στην εφηβεία της ανακαλύψαμε ότι έδειχνε μεγάλη προτίμηση στη θρησκεία – ήταν συνέχεια στην εκκλησία κι ήξερε τα ευαγγέλια απέξω, κι αυτό ήταν ευλογία και κατάρα μαζί. Σε έναν κόσμο που είχε αρχίσει να διχάζεται ολοένα και περισσότερο από τις θρησκευτικές πεποιθήσεις, εγώ έτρεμα για την ασφάλεια της κόρης μου. Εκείνη την εποχή η Σερίνε μάς έλεγε πως είχε αόρατους φίλους -αγγέλους και αγίους που τους έβλεπε στις εικόνες της εκκλησίας μας- λες και ήταν το πιο φυσιολογικό πράγμα στον κόσμο. Βέβαια, όλα τα παιδιά του κόσμου βλέπουν οράματα, αν και σπάνια το θυμούνται από κάποια ηλικία και μετά. Συνηθίζουν επίσης να δίνουν ζωή σε άψυχα πράγματα, όπως σε κούκλες ή λούτρινες τίγρεις. Άρχισα όμως να πιστεύω ότι το είχε παρακάνει όταν πήγα μια μέρα να την πάρω από το σχολείο και μου είπε ότι είχε δει «Î¼Î¹Î± γυναίκα ντυμένη στα λευκά, που έμοιαζε με την Παναγία».
Aσφαλώς και πιστεύω στους αγγέλους. Πιστεύω ακόμα ότι οι άγγελοι μιλούν στα μικρά παιδιά, αλλά όταν οι οπτασίες εμφανίζονται σε μεγάλους, το πράγμα αλλάζει. Γνωρίζω αρκετές ιστορίες για βοσκούς και χωρικούς που ισχυρίστηκαν ότι είδαν μια λευκοντυμένη γυναίκα, κι αυτό τελικά τους κατέστρεψε τη ζωή, γιατί ο κόσμος άρχισε να τους επισκέπτεται αναζητώντας θαύματα, οι ιερείς ανησυχούσαν, τα χωριά έγιναν τόποι προσκυνήματος και οι καημένοι έζησαν όλη τους τη ζωή σε μοναστήρια. Έτσι, ανησύχησα πολύ μ’ αυτή την ιστορία· σ’ αυτή την ηλικία, τα πρώτα χρόνια της εφηβείας, η Σερίνε θα έπρεπε να ασχολείται με σύνεργα μακιγιάζ, με το να βάφει τα νύχια της, να παρακολουθεί σαπουνόπερες ή έστω παιδικές εκπομπές στην τηλεόραση. Κάτι δεν πήγαινε καλά με την κόρη μου, γι’ αυτό επισκέφτηκα έναν ειδικό.

«Î—ρεμήστε», μου είπε.

Για τον ψυχολόγο που είχε ειδικευτεί στην παιδική ψυχολογία, όπως και για τους περισσότερους γιατρούς που ασχολούνται με τέτοια θέματα, οι αόρατοι φίλοι είναι κάτι σαν προβολή των ονείρων στην πραγματικότητα και βοηθούν το παιδί να ανακαλύψει τις επιθυμίες του και να εκφράσει τα συναισθήματά του ανώδυνα.

«ÎœÎ± μια γυναίκα στα λευκά;»

Μου απάντησε ότι ίσως ο τρόπος που βλέπαμε ή ερμηνεύαμε τον κόσμο δεν είχε γίνει απόλυτα κατανοητός από τη Σερίνε. Μου πρότεινε να προετοιμάσουμε σιγά σιγά το έδαφος για να της πούμε ότι ήταν υιοθετημένη. Όπως μου τόνισε, το χειρότερο που θα μπορούσε να συμβεί θα ήταν να το ανακαλύψει μόνη της – τότε θα άρχιζε να έχει αμφιβολίες για όλους. Η συμπεριφορά της θα μπορούσε να γίνει απρόβλεπτη.

Από τότε κι έπειτα αλλάξαμε τον τρόπο που συζητούσαμε μαζί της. Δεν ξέρω αν ο άνθρωπος μπορεί να θυμηθεί πράγματα που του συνέβησαν όταν ήταν ακόμα μωρό, εμείς όμως αρχίσαμε να της δείχνουμε πόσο την αγαπούσαμε και ότι δεν ήταν ανάγκη να καταφεύγει σε ένα φανταστικό κόσμο. Έπρεπε να καταλάβει ότι ο ορατός κόσμος ήταν ο ωραιότερος, ότι οι γονείς της θα την προστάτευαν από κάθε κίνδυνο, ότι η Βηρυτός ήταν όμορφη, οι παραλίες της πάντα ηλιόλουστες και γεμάτες κόσμο. Χωρίς να έρθω σε άμεση αντιπαράθεση με αυτή τη «Î³Ï…ναίκα», άρχισα να περνάω περισσότερο χρόνο με την κόρη μου, καλούσα τους συμμαθητές της στο σπίτι μας και γενικά δεν έχανα ευκαιρία να της δείχνω πόσο την αγαπούσαμε.

Η στρατηγική μου έφερε αποτελέσματα. Ο άντρας μου ταξίδευε πολύ, της Σερίνε τής έλειπε. Έτσι, επειδή την αγαπούσε πολύ, αποφάσισε να αλλάξει λίγο τους ρυθμούς του.

Οι μοναχικές συζητήσεις άρχισαν να δίνουν τη θέση τους σε παιχνίδια μεταξύ πατέρα, μητέρας και κόρης.

Όλα πήγαιναν καλά, μέχρι που ένα βράδυ ήρθε κλαίγοντας στο δωμάτιό μου λέγοντάς μου ότι φοβόταν, ότι η κόλαση ήταν κοντά.

Ήμουν μόνη στο σπίτι – είχε πάλι χρειαστεί να φύγει ο άντρας μου κι έτσι θεώρησα ότι αυτός ήταν ο λόγος της απελπισίας της. Αλλά κόλαση; Μα τι της έλεγαν στο σχολείο και στην εκκλησία; Αποφάσισα ότι την επόμενη μέρα θα πήγαινα να τα πω με τη δασκάλα.

Η Σερίνε στο μεταξύ έκλαιγε ασταμάτητα. Την πήγα στο παράθυρο, της έδειξα τη Μεσόγειο, λουσμένη στο φως της πανσελήνου. Της είπα ότι δεν υπήρχαν δαίμονες, αλλά αστέρια στον ουρανό και κόσμος που περπατούσε στη λεωφόρο μπροστά από το σπίτι μας. Της εξήγησα ότι δεν έπρεπε να φοβάται, την καθησύχασα, αλλά εκείνη συνέχισε να κλαίει και να τρέμει. Μετά από περίπου μισή ώρα που προσπαθούσα να την ηρεμήσω, άρχισα να ανησυχώ. Της είπα να σταματήσει, δεν ήταν πια παιδί. Σκέφτηκα ότι μπορεί να της είχε έρθει για πρώτη φορά η περίοδος· τη ρώτησα διακριτικά αν έτρεχε αίμα.

«Î Î¿Î»Ï».

Πήρα λίγο βαμβάκι και της ζήτησα να ξαπλώσει για να φροντίσω την «Ï€Î»Î·Î³Î®» της. Δεν ήταν τίποτα, θα της εξηγούσα την επομένη. Ωστόσο δεν της είχε έρθει περίοδος. Έκλαψε λίγο ακόμα, αλλά μάλλον κουράστηκε, γιατί σύντομα την πήρε ο ύπνος.

Και, το επόμενο πρωί, έτρεξε το αίμα.

Τέσσερις άνθρωποι δολοφονήθηκαν. Για μένα ήταν απλώς μία από τις αιώνιες φυλετικές διαμάχες στις οποίες ο λαός μου ήταν συνηθισμένος. Για τη Σερίνε δεν πρέπει να ήταν τίποτα, γιατί ούτε καν ανέφερε τον εφιάλτη της προηγούμενης νύχτας.

Όμως από εκείνη τη μέρα και μετά η κόλαση άρχισε να πλησιάζει και μέχρι σήμερα δεν έχει φύγει. Την ίδια μέρα 26 Παλαιστίνιοι σκοτώθηκαν σε ένα λεωφορείο, ως αντίποινα για τη δολοφονία. Είκοσι τέσσερις ώρες αργότερα δεν μπορούσες πια να περπατήσεις στο δρόμο, εξαιτίας των πυροβολισμών που έρχονταν από παντού. Τα σχολεία έκλεισαν, μια καθηγήτρια έφερε βιαστικά τη Σερίνε στο σπίτι κι από εκεί κι έπειτα η κατάσταση ξέφυγε εκτός ελέγχου. Ο σύζυγός μου διέκοψε το ταξίδι του και γύρισε πίσω· τηλεφωνούσε μέρες ολόκληρες στους φίλους του στην κυβέρνηση, αλλά κανείς δεν μπορούσε να του πει κάτι που να έβγαζε νόημα. Η Σερίνε άκουγε τους πυροβολισμούς απέξω, τις φωνές του συζύγου μου στο σπίτι και, προς μεγάλη μου έκπληξη, δεν έλεγε λέξη. Εγώ προσπαθούσα συνέχεια να την πείσω ότι όλα αυτά θα περνούσαν, ότι σύντομα θα μπορούσαμε να ξαναπάμε στην παραλία, εκείνη όμως απέστρεφε το βλέμμα και ζητούσε να διαβάσει ένα βιβλίο ή να ακούσει ένα δίσκο. Ενώ η κόλαση γινόταν σιγά σιγά μόνιμη, η Σερίνε διάβαζε και άκουγε μουσική.
Δε θέλω να τα σκέφτομαι, σας παρακαλώ. Δε θέλω να σκέφτομαι τις απειλές που δεχτήκαμε, ποιος είχε δίκιο, ποιοι ήταν οι ένοχοι και ποιοι οι αθώοι. Το γεγονός είναι ότι, μετά από λίγους μήνες, όποιος ήθελε να περάσει ένα συγκεκριμένο δρόμο έπρεπε να πάρει τη βάρκα, να πάει στην Κύπρο, να πάρει άλλη βάρκα και να αποβιβαστεί σε άλλο σημείο του πεζοδρομίου.

Μείναμε στην ουσία κλεισμένοι μέσα στο σπίτι σχεδόν ένα χρόνο, περιμένοντας συνεχώς να βελτιωθεί η κατάσταση, πιστεύοντας πάντα ότι όλα ήταν προσωρινά, ότι η κυβέρνηση θα ανακτούσε τελικά τον έλεγχο της κατάστασης. Ένα πρωί, ενώ η Σερίνε άκουγε ένα δίσκο στο μικρό φορητό πικάπ της, έκανε μερικά χορευτικά βήματα και άρχισε να λέει πράγματα όπως «Î˜Î± κρατήσει πολύ, πολύ καιρό».

Θέλησα να παρέμβω, όμως ο σύζυγός μου με έπιασε από το μπράτσο· είδα ότι η μικρή τού είχε τραβήξει την προσοχή και ότι έπαιρνε τα λόγια της στα σοβαρά. Ποτέ μου δεν κατάλαβα γιατί, και δεν το έχουμε συζητήσει ποτέ μέχρι σήμερα· είναι ταμπού για μας.

Την επομένη ο σύζυγός μου έλαβε έκτακτα μέτρα. Σε δύο εβδομάδες πήραμε το δρόμο για το Λονδίνο. Αργότερα θα μαθαίναμε ότι, αν και δεν υπάρχουν σαφή στατιστικά στοιχεία, εκείνα τα δύο χρόνια εμφύλιου πολέμου πέθαναν περίπου 44.000 άνθρωποι, 180.000 τραυματίστηκαν, χιλιάδες άλλοι έμειναν άστεγοι. Οι μάχες συνεχίστηκαν για άλλους λόγους, η χώρα βρέθηκε υπό την κατοχή ξένων δυνάμεων και η κόλαση υπάρχει μέχρι σήμερα.

«Î˜Î± κρατήσει πολύ καιρό», είχε πει η Σερίνε. Θεέ μου, δυστυχώς είχε δίκιο.

* Bλ. í¦Î±Î»Î¼Î¿ÏÏ‚, κεφάλαιο πδ”², στίχο 6. (Σ.Ï„.M.)

Το επόμενο κεφάλαιο θα δημοσιευτεί στο διαδίκτυο στις 26.03.07

Αγαπητοί αναγνώστες, επειδή δε μιλώ τη γλώσσα σας, ζήτησα από τον Έλληνα εκδότη μου να μου μεταφέρει τα σχόλιά σας μεταφρασμένα. Οι σκέψεις σας για το καινούριο μου βιβλίο είναι εξαιρετικά σημαντικές για μένα.

Με αγάπη,
Paulo Coelho