Έβδομο κεφάλαιο

Πατήρ Τζιανκάρλο Φοντάνα, 72 ετών

ΣΑΦΩΣ ΚΑΙ EΝΙΩΣΑ μεγάλη έκπληξη όταν ήρθε στην εκκλησία εκείνο το υπερβολικά νεαρό ζευγάρι για να κανονίσουμε τα της τελετής. Λίγο γνώριζα τον Λούκας Γιέσεν-Πίτερσεν, και την ίδια κιόλας μέρα έμαθα ότι η οικογένειά του, που είχε μια απροσδιόριστη καταγωγή από Δανούς ευγενείς, ήταν κάθετα αντίθετη με την ένωση. Όχι μόνο με το γάμο, αλλά και με την Εκκλησία.

Ο πατέρας του, στηριζόμενος σε επιστημονικά επιχειρήματα που είναι πράγματι αδιαμφισβήτητα, έλεγε ότι η βίβλος, στην οποία βασίζεται η χριστιανική θρησκεία, δεν ήταν στην πραγματικότητα ένα βιβλίο, αλλά συρραφή εξήντα έξι διαφορετικών χειρογράφων που δε γνωρίζουμε ούτε τον πραγματικό τους τίτλο ούτε την ταυτότητα των συγγραφέων τους. Ότι μεταξύ της συγγραφής του πρώτου και του τελευταίου μεσολαβούν σχεδόν χίλια χρόνια, περισσότερος χρόνος από τότε που ο Κολόμβος ανακάλυψε την Αμερική, και ότι κανένα ζωντανό ον στον πλανήτη, από τους πιθήκους μέχρι τα πουλιά, δε χρειάζεται δέκα εντολές για να ξέρει να συμπεριφερθεί. Το μόνο που έχει σημασία είναι να ακολουθούν τους νόμους της φύσης και η αρμονία του κόσμου θα διατηρηθεί.

Φυσικά και διαβάζω τη Βίβλο. Φυσικά και ξέρω κάποια πράγματα για την ιστορία της. Όμως οι άνθρωποι που την έγραψαν ήταν όργανα της Θείας Βούλησης και ο Ιησούς δημιούργησε δεσμούς πιο ισχυρούς από τις δέκα εντολές: την αγάπη. Τα πουλιά, οι πίθηκοι και δεν ξέρω κι εγώ ποιο άλλο πλάσμα του Θεού υπακούν στα ένστικτά τους και κάνουν μόνο αυτό για το οποίο έχουν προγραμματιστεί. Στην περίπτωση του ανθρώπου τα πράγματα περιπλέκονται κάπως, επειδή ο άνθρωπος ξέρει για την αγάπη και τις παγίδες της.

Ορίστε. Κάνω πάλι κήρυγμα, ενώ θα έπρεπε να μιλάω για τη συνάντησή μου με την Αθηνά και τον Λούκας. Aπό τη συζήτηση με τον νεαρό -και λέω «ÏƒÏ…ζήτηση» επειδή δεν ανήκουμε στο ίδιο θρησκευτικό δόγμα κι έτσι δεν είμαι υποχρεωμένος να εκλάβω αυτά που μου είπε ως μυστικά εξομολόγησης- έμαθα ότι, εκτός από τον αντικληρικισμό που επικρατούσε στο σπίτι του, υπήρχαν έντονες αντιρρήσεις εξαιτίας του ότι η Αθηνά ήταν ξένη. Μου ήρθε να του πω να αναφέρει στους δικούς του ένα απόσπασμα από τη Βίβλο στο οποίο δεν υπάρχει καμία διακήρυξη πίστης, αλλά μια παρότρυνση για κοινή λογική:

Δέν θέλεις βδελύττεσθαι τόν Iδουμαίον, διότι είναι αδελφός σου- δέν θέλεις βδελύττεσθαι τόν Aιγύπτιον, διότι εστάθης ξένος εν Ï„É Î³Î· αυτού.*

Συγνώμη. Πάλι άρχισα να παραθέτω αποσπάσματα της βίβλου- υπόσχομαι ότι στο εξής θα συγκρατηθώ. Μετά τη συζήτηση με τον νεαρό πέρασα τουλάχιστον δύο ώρες με τη Σερίνε, ή Αθηνά, όπως προτιμούσε να τη λένε.

Η Αθηνά πάντα μου κινούσε την περιέργεια. Από τότε που είχε αρχίσει να εκκλησιάζεται, είχα την εντύπωση ότι είχε ένα πολύ ξεκάθαρο σχέδιο στο μυαλό της: να γίνει αγία.

Μου είπε ότι, παρόλο που ο φίλος της δεν το γνώριζε, λίγο πριν ξεσπάσει ο εμφύλιος στη Βηρυτό είχε μια εμπειρία που έμοιαζε πολύ με την εμπειρία της Αγίας Τερέζας του Λιζιέ: είχε δει αίμα στους δρόμους.* Θα μπορούσαμε να το αποδώσουμε σε παιδικό ή εφηβικό τραύμα, όμως είναι γεγονός ότι όλοι οι άνθρωποι, λίγο πολύ, έχουν εμπειρίες παρόμοιες με αυτή, που είναι γνωστή ως «Î´Î·Î¼Î¹Î¿Ï…ργική κατάληψη από το ιερό». Ξαφνικά, για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου, νιώθουμε ότι όλη μας η ζωή έχει νόημα, ότι οι αμαρτίες μας έχουν συγχωρεθεί, ότι η αγάπη υπερισχύει πάντα και ότι μπορεί να μας μεταμορφώσει οριστικά.

Όμως ταυτόχρονα νιώθουμε και φόβο. Το να παραδοθούμε εντελώς στην αγάπη, είτε είναι θεϊκή είτε ανθρώπινη, σημαίνει να απαρνηθούμε τα πάντα, μαζί και την ίδια μας την άνεση ή την ικανότητά μας να παίρνουμε αποφάσεις.

Σημαίνει να αγαπάμε με την πιο ουσιαστική έννοια της λέξης. Στην πραγματικότητα, δε θέλουμε να σωθούμε με τον τρόπο που έχει επιλέξει ο Θεός να μας σώσει: θέλουμε να έχουμε τον απόλυτο έλεγχο του κάθε βήματός μας, να έχουμε πλήρη επίγνωση των αποφάσεών μας, να είμαστε σε θέση να επιλέξουμε σε τι ή σε ποιον θα αφοσιωθούμε.

Με την αγάπη όμως δε γίνεται έτσι- έρχεται, ριζώνει και αρχίζει να έχει τον έλεγχο των πάντων. Μόνο οι πολύ δυνατές ψυχές την αφήνουν να τις οδηγήσει, κι η Αθηνά ήταν δυνατή ψυχή.

Τόσο δυνατή, που περνούσε ώρες ολόκληρες σε βαθιά περισυλλογή. Ήταν πολύ προικισμένη μουσικός. Έλεγαν ότι χόρευε πολύ καλά, αλλά επειδή η εκκλησία δεν είναι το κατάλληλο μέρος για κάτι τέτοιο, συνήθιζε να φέρνει την κιθάρα της κάθε πρωί, πριν πάει στο πανεπιστήμιο, και να τραγουδάει λίγο για την Παναγία.

Ακόμα θυμάμαι την πρώτη φορά που την άκουσα. Είχα τελειώσει την πρωινή λειτουργία για τους λίγους πιστούς που είναι πρόθυμοι να ξυπνήσουν νωρίς το χειμώνα, όταν θυμήθηκα ότι είχα ξεχάσει να πάρω τα χρήματα από το παγκάρι. Γύρισα και άκουσα μια μελωδία που με έκανε να τα δω όλα με άλλο μάτι, λες και στην ατμόσφαιρα γύρω μας υπήρχε η παρουσία κάποιου αγγέλου. Σε μια γωνιά μια κοπέλα περίπου είκοσι χρονών έπαιζε ύμνους με την κιθάρα της, με τα μάτια καρφωμένα στην εικόνα της Αμώμου Συλλήψεως, σαν να είχε πέσει σε έκσταση.

Πήγα στο παγκάρι. Η κοπέλα πρόσεξε την παρουσία μου και σταμάτησε να παίζει, αλλά εγώ της ένευσα με το κεφάλι παρακινώντας τη να συνεχίσει. ⁄Ύστερα, κάθισα σε ένα στασίδι, έκλεισα τα μάτια κι έμεινα να την ακούω.

Εκείνη τη στιγμή ήταν σαν να κατέβαινε από τους ουρανούς η αίσθηση του Παραδείσου, η «Î´Î·Î¼Î¹Î¿Ï…ργική κατάληψη από το ιερό». Σαν να καταλάβαινε τι γινόταν στην καρδιά μου, η κοπέλα συνδύασε τους ύμνους με τη σιωπή. Όταν σταματούσε να παίζει, εγώ έλεγα μια προσευχή. Μετά η μουσική ξανάρχιζε. Κατάλαβα ότι ζούσα μια αξέχαστη στιγμή στη ζωή μου, μία από αυτές τις μαγικές στιγμές που πολλές φορές τις καταλαβαίνουμε αφού έχουν πια περάσει.

Ήμουν ολοκληρωτικά εκεί, χωρίς παρελθόν και μέλλον, ζούσα αποκλειστικά σε εκείνο το πρωινό, με εκείνη τη μουσική, με εκείνη τη γλύκα, με την ανέλπιστη προσευχή. Ένιωσα λατρεία, έκσταση, ευγνωμοσύνη που ήμουν ζωντανός, χαρούμενος που είχα επιλέξει να ακολουθήσω την κλίση μου παρά τις αντιρρήσεις της οικογένειάς μου. Στην απλότητα του μικρού ναού, στη φωνή της κοπέλας, στο φως του πρωινού που πλημμύριζε τα πάντα, κατάλαβα για μία ακόμα φορά ότι το μεγαλείο του Θεού εκδηλώνεται πάντα μέσα από τα απλά πράγματα.

Μετά από πολλά δάκρυα και ένα διάστημα που μου φάνηκε αιωνιότητα, σταμάτησε να παίζει. Στράφηκα να τη δω και ανακάλυψα ότι ήταν μία από τις γυναίκες της ενορίας.

Από τότε γίναμε φίλοι και, όποτε μπορούσαμε, μοιραζόμασταν αυτή τη λατρεία μέσω της μουσικής.

Όμως η ιδέα του γάμου με εξέπληξε εντελώς. Καθώς είχαμε κάποια οικειότητα, τη ρώτησα πώς περίμενε να τη δεχτεί η οικογένεια του συζύγου.

«Î†ÏƒÏ‡Î·Î¼Î±. Πολύ άσχημα».

Με πολλή προσοχή, τη ρώτησα αν ένιωθε αναγκασμένη να παντρευτεί για κάποιο λόγο.

«Î•Î¯Î¼Î±Î¹ παρθένα. Δεν είμαι έγκυος».

Ζήτησα να μάθω αν είχε μιλήσει με την οικογένειά της και μου είπε πως ναι- η αντίδρασή τους ήταν έκπληξη, συνοδευόμενη από τα δάκρυα της μητέρας της και τις απειλές του πατέρα της.

«ÎŒÏ„αν έρχομαι εδώ να υμνήσω την Παρθένο με τη μουσική μου, δε σκέφτομαι τι θα πουν οι άλλοι- μοιράζομαι απλώς τα συναισθήματά μου μαζί της. Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, πάντα έτσι ήμουν. Είμαι ένα όργανο μέσω του οποίου μπορεί να εκδηλωθεί η Θεϊκή Ενέργεια. Κι αυτή η ενέργεια μου ζητά τώρα να κάνω παιδί, για να μπορέσω να του δώσω αυτό που ποτέ δεν έδωσε σ’ εμένα η φυσική μου μητέρα: προστασία και σιγουριά».

Τίποτα δεν είναι σίγουρο σ’ αυτό τον πλανήτη, της απάντησα. Είχε ακόμα όλη τη ζωή μπροστά της, υπήρχε αρκετός καιρός για να εκδηλωθεί αυτό το θαύμα της δημιουργίας. Όμως η Αθηνά ήταν αποφασισμένη:

«Î— Αγία Τερέζα δεν επαναστάτησε ενάντια στην αρρώστια που τη βρήκε. Το αντίθετο, τη θεώρησε σημάδι της Θείας Δόξας. Η Αγία Τερέζα ήταν πολύ πιο μικρή από εμένα όταν αποφάσισε να μπει στο μοναστήρι, δεκαπέντε χρονών. Της το απαγόρευσαν, αλλά εκείνη δεν το έβαλε κάτω: πήγε να μιλήσει απευθείας με τον Πάπα – το φαντάζεστε; Να μιλήσει με τον Πάπα; Και κατάφερε να πετύχει το σκοπό της.

»Î— ίδια Δόξα μού ζητά κάτι πολύ πιο εύκολο και πιο γενναιόδωρο από μια αρρώστια: να γίνω μητέρα. Αν περιμένω πολύ, δε θα μπορέσω να κάνω παρέα με το παιδί μου, η διαφορά της ηλικίας θα είναι μεγάλη και δε θα έχουμε πια κοινά ενδιαφέροντα».

Δε θα ήταν η μόνη, επέμεινα.

Aλλά η Αθηνά συνέχισε, σαν να μη με είχε ακούσει:

«Î•Î¯Î¼Î±Î¹ ευτυχισμένη μόνο όταν σκέφτομαι πως ο Θεός υπάρχει και με ακούει- αυτό όμως δε μου αρκεί για να συνεχίσω να ζω και τίποτα δε μοιάζει να έχει νόημα. Προσπαθώ να δείξω μια χαρά την οποία δε νιώθω, κρύβω τη λύπη μου για να μην ανησυχήσω αυτούς που τόσο με αγαπούν και με νοιάζονται.

Πρόσφατα όμως σκέφτηκα να αυτοκτονήσω. Το βράδυ, πριν κοιμηθώ, κουβεντιάζω για ώρα με τον εαυτό μου, ζητώντας απ’ την ιδέα αυτή να χαθεί- θα ήταν αχαριστία προς όλους, φυγή, μια κίνηση που θα έσπερνε τραγωδία και δυστυχία. Το πρωί έρχομαι εδώ να μιλήσω με την αγία, να την παρακαλέσω να με λυτρώσει από τους δαίμονες με τους οποίους συζητάω το βράδυ. Αυτό με έχει βοηθήσει ως τώρα, αλλά αρχίζω να χάνω τη δύναμή μου. Ξέρω ότι έχω μια αποστολή που την αρνούμαι εδώ και πολύ καιρό και που τώρα πρέπει να την αποδεχτώ.

»Î‘υτή η αποστολή είναι να γίνω μητέρα. Πρέπει να την εκπληρώσω, γιατί αλλιώς θα τρελαθώ. Αν δεν καταφέρω να δω τη ζωή να μεγαλώνει μέσα μου, δε θα μπορέσω ποτέ πια να αποδεχτώ τη ζωή που βρίσκεται έξω».

* Δευτερονόμιον, κεφάλαιο κγ, στίχος 7. (Σ.τ.Μ.)

* Η Αγία Τερέζα του Λιζιέ σε ηλικία δεκατριών ετών, βλέποντας μια εικόνα του Εσταυρωμένου, εντυπωσιάστηκε από το αίμα που κυλούσε από το χέρι του Ιησού και άκουσε μέσα της την κραυγή του: «Î”ιψώ». Ερμήνευσε την κραυγή ως «Î´Î¹ÏˆÏŽ για ψυχές» και τις σταγόνες του αίματος ως σύμβολο των αμαρτωλών ψυχών που χάνονται. Αποφάσισε έτσι να αφιερωθεί στη σωτηρία τους. (Σ.Ï„.Îœ.)

Το επόμενο κεφάλαιο θα δημοσιευτεί στο διαδίκτυο στις 02.04.07

Αγαπητοί αναγνώστες, επειδή δε μιλώ τη γλώσσα σας, ζήτησα από τον Έλληνα εκδότη μου να μου μεταφέρει τα σχόλιά σας μεταφρασμένα. Οι σκέψεις σας για το καινούριο μου βιβλίο είναι εξαιρετικά σημαντικές για μένα.

Με αγάπη,
Paulo Coelho